Ο Ντιέγο Μαραντόνα, η Αργεντινή, το Καμπεονάτο, το ποδόσφαιρο του τότε και το σήμερα. Ο Θάνος Σαρρής θυμάται μια παλιά συζήτηση με τον Κλαούντιο Κανίγια.

Ήταν Φεβρουάριος του 2017, όταν στο κινητό του υπογράφοντος έφτασε ο αριθμός ενός ποδοσφαιριστή που πάντα τον γοήτευε. «Μου έστειλαν το νούμερο του Κλαούντιο Κανίγια», ακούστηκε μια φωνή γεμάτη ενθουσιασμό, σπάζοντας τη σιωπή ενός μουντού απογεύματος στην αίθουσα σύνταξης. «Δύσκολα θα μιλήσει», ακούστηκε μια φωνή. Η επόμενη ώρα ήταν αφιερωμένη στον «γιο του ανέμου», ο οποίος όταν άκουσε μια φωνή από Ελλάδα να του μιλά με θαυμασμό στα ισπανικά, ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμος να αρχίσει την κουβέντα για το παρελθόν. Το δικό του, της Αργεντινής, του ποδοσφαίρου του ίδιου.

Έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Η «αλμπισελέστε» για ένα ακόμα Μουντιάλ δεν κατάφερε να κάνει τη διαφορά, το VAR μπήκε στις ζωές μας, ο «θεός» του ποδοσφαίρου ανέβηκε στον ουρανό, ο Μέσι συνεχίζει. Αξίζει, ωστόσο να θυμηθούμε την κουβέντα με μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου των 90s, η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε στην ελληνική έκδοση του FourFourTwo στο gazzetta.gr, στις 09 Φεβρουαρίου 2017.

Θαρρείς και στην εικόνα του αντικατοπτρίζονται όλα εκείνα που γέννησαν οπαδούς της Αλμπισελέστε σε όλον τον κόσμο. Η χαίτη. Ο τσαμπουκάς. Ο λατινοαμερικάνικος συνδυασμός της ταχύτητας με την ικανότητα.  Η αύρα, το lifestyle, οι δαίμονες, η αλητεία. Εκρηκτικό κράμα, που θυμίζει κάτι από αυθεντικό rock star, ο οποίος πέφτει. Παίρνει το χρόνο του. Ξανασηκώνεται όμως. Και γράφει ιστορία.  «Όχι, η αλήθεια είναι πως δεν παίζω ροκ, μόνο στις συναυλίες πάω!», μας απαντά χαμογελώντας από την Ανδαλουσία της Ισπανίας ο Αργεντινός , όταν του κάνουμε τον συσχετισμό. Και διευκρινίζει: «Και όχι μόνο σε ροκ συναυλίες. Μου αρέσει πολύ η μπλουζ, μου αρέσει και η Heavy Metal. Αλλά ναι, γενικά το στιλ μου μπορείς να πεις ότι είναι το rock and roll. Από ροκ λατρεύω την εποχή των 70ς και τα τέλη των 60ς, ακούω πολύ Rolling Stones. Για μένα οι κορυφαίοι μουσική έλαμψαν τότε, στα τέλη των 60ς και το ’71-’72. Zeppelin, Pink Floyd, Rolling Stones». Πενηντάρης πλέον, αρνείται πεισματικά να κόψει τα μαλλιά του. Εδώ δεν το έκανε όταν κρινόταν η καριέρα του στην Εθνική, στις μέρες του Πασαρέλα! Ο ατόφιος ποδοσφαιρικός ήρωας μιας χαμένης εποχής ανοίγει την καρδιά του.

«Kαμπιονάτο, το καλύτερο πρωτάθλημα στην ιστορία»

Η ροκ πορεία ξεκίνησε με σημείο αναφοράς την ταχύτητα. Από πιτσιρικάς, ο Κανίγια έχτισε τα θεμέλια της καριέρας του πάνω στο χάρισμα αυτό. Πριν ενταχθεί στις ακαδημίες της Ρίβερ, ο αστικός μύθος τον θέλει να έτρεχε το εκατοστάρι σε λιγότερο από 11 δευτερόλεπτα. Ωστόσο τον κέρδισε το χορτάρι και όχι ο στίβος. «Γιο του ανέμου», τον είπαν όσοι δεν πίστευαν στα μάτια τους , βλέποντας τον τρόπο που σπριντάρει. Και «πουλί», από τον τρόπο που ντρίμπλαρε.  Στους Μιγιονάριος ξεκίνησε να φτιάχνει το όνομά του. Ήταν μέλος της Ρίβερ το 1986, όταν κατέκτησε Πρωτάθλημα, Κόπα Λιμπερταδόρες και Κόπα Ιντεραμερικάνα. Τα ευρωπαϊκά ταξίδια δεν άργησαν να ξεκινήσουν και το 1988 τον βρήκε στην Ιταλία και τη Βερόνα. Από το 1989 μέχρι το 1992 έκανε μια σούπερ τριετία στην Αταλάντα, για να ολοκληρώσει το πέρασμα από το κάλτσιο στην Ρόμα. Τον σημάδεψε το Καμπιονάτο τον Κανίγια. «Πιστεύω πως το Καμπιονάτο τη δεκαετία του ’90, όταν παίζαμε εμείς με τον Φαν Μπάστεν, τον Γκούλιτ, τον Λόταρ Ματέους, τον Κλίνσμαν, τους Ιταλούς Μπαρέζι και Μαλντίνι και όλους τους υπόλοιπους ήταν το καλύτερο πρωτάθλημα που υπήρξε ποτέ στον κόσμο, σε όλη την ιστορία του ποδοσφαίρου. Από το 1983-84 μέχρι το 1994 δεν υπήρχε κάτι πιο δύσκολο. Κάθε ομάδα είχε εξαιρετικούς ποδοσφαιριστές και ήταν τακτικά πολύ δυνατή», θυμάται.

Τη χρονιά στην Μπενφίκα ακολούθησε η επιστροφή στην πατρίδα, όμως για την άλλη γειτονιά του Μπουένος Άιρες. Ο Κανίγια πέρασε τρία χρόνια στη Μπόκα και… ντριμπλάρει την ερώτηση για το ποια ομάδα της πόλης του έχει μεγαλύτερο μερίδιο στην καρδιά του. «Είναι χωρισμένη στα δύο», λέει γελώντας. Αταλάντα, Ρέιντζερς, Νταντί και Κατάρ SC ολοκλήρωσαν του σταθμούς του, όμως η φανέλα με την οποία τον θυμούνται οι περισσότεροι, είναι αυτή της Αργεντινής. Στο σύνθημα των συμπατριωτών του που έγινε viral στο Μουντιάλ της Βραζιλίας, είχε εξέχουσα θέση «que Cani te vacuno», τραγουδούσαν μαζικά οι Αργεντίνοι στο σπίτι των άσπονδων εχθρών τους, έχοντας στο επίκεντρο του συνθήματος το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας.

Το γκολ στο… καθόλου διασκεδαστικό ματς με τη Βραζιλία!

Στην πρεμιέρα του Μουντιάλ του ’90 απέναντι στο Καμερούν και στην ήττα με 1-0 μπήκε αλλαγή και παρά το αρνητικό αποτέλεσμα, έδειξε στον προπονητή του τον δρόμο για την υπόλοιπη διοργάνωση. Κέρδισε με το σπαθί του τη φανέλα του βασικού. Η Αργεντινή νίκησε τη Σοβιετική Ένωση και έμεινε στο 1-1 με τη Ρουμανία, ωστόσο προκρίθηκε ως η καλύτερη τρίτη. Και στο πρώτο νοκ-άουτ ματς, βρήκε μπροστά της τη Βραζιλία. Στα 23 του χρόνια, ο Κανίγια ήταν πανέτοιμος για τη μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας του. Η Σελεσάο είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων, χωρίς όμως να βρίσκει δίχτυα. Και στο 82′ Ο Κλαούντιο με τον κολλητό του ανέλαβαν δράση. Ο Μαραντόνα με εξαιρετική ατομική ενέργεια έβγαλε τον Κανίγια απέναντι στον Ταφαρέλ, στο ύψος της περιοχής. Ο «γιος του ανέμου» ντρίμπλαρε τον Βραζιλιάνο κίπερ και έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα. Αυτό ήταν. Είχε μπει πλέον στο Πάνθεον των απανταχού Αργεντινών, καθώς εκείνο το ματς ήταν το τελευταίο μέχρι σήμερα σε επίπεδο Παγκοσμίου Κυπέλλου ανάμεσα στους δύο μεγάλους αντιπάλους της Νότιας Αμερικής.

Ο ίδιος, πάντως, είναι ειλικρινής. «Δεν μπορώ να πω ότι είναι το καλύτερο ματς της ζωής μου, η αλήθεια είναι ότι τότε είχα πάρει πολύ λίγες μπάλες. Όσον αφορά τη σημασία του αγώνα ναι, ήταν κορυφαίος, γιατί κρίθηκε και με γκολ δικό μου. Είναι αξέχαστο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν το καλύτερο ματς μου. Ήμουν ο μόνος επιθετικός και ήταν πολύ δύσκολο γιατί είχα δύο-τρεις αμυντικούς πάνω μου σε όλο το ματς. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, ούτε διασκεδαστικό. Οπότε για μένα, ως επιθετικός, δεν ήταν το καλύτερό μου ματς. Είχα συνηθίσει πάντα να έχω έναν ποδοσφαιριστή μπροστά μου ή δίπλα μου, ένα ποδοσφαιριστή-σημείο αναφοράς και εγώ να έχω χώρους να κάνω το παιχνίδι μου. Σε εκείνη τη διοργάνωση όμως πήγαμε έτσι», τονίζει.

«Με την Ελλάδα έπαιξε μια από τις καλύτερες ομάδες της Αργεντινής!»

Ο Κανίγια έπαιξε όπως ήταν λογικό και στα επόμενα ματς. Ήταν ο νέος ήρωας της χώρας του. Η Αργεντινή πέρασε τη Γιουγκοσλαβία στην παράταση και στον ημιτελικό με την Ιταλία βρέθηκε πίσω στο σκορ από τον Σκιλάτσι στο 17′. Ο Κλαούντιο όμως ήταν και πάλι εκεί. Ισοφάρισε στο 67′ και έσπασε το ρεκόρ του Βάλτερ Ζένγκα που, είχε κρατήσει την εστία του απαραβίαστη για 517 λεπτά.  Στο 82′ όμως το όνειρο έγινε εφιάλτης. Ο διαιτητής έδειξε στον Κανίγια την κίτρινη κάρτα για χέρι κοντά στο χέρι του γηπέδου και του έκοψε τα φτερά. Ήταν η δεύτερη στη διοργάνωσή και με τους τότε κανονισμούς, έχανε τον τελικό. «Δεν μπόρεσα να χαρώ την πρόκριση. Δεν το πίστευα. Ευτυχώς που πλέον δεν υπάρχει αυτός ο κανονισμός και αν κάποιος, για τον οποιοδήποτε λόγο πάρει κίτρινη κάρτα στον ημιτελικό δεν τον αφήνουν εκτός από ένα ματς, που μπορεί να είναι ο αγώνας της ζωής του», τονίζει. Παρά την απογοήτευση, ήταν εκείνος που ευστόχησε στο τελευταίο πέναλτι μετά τον Μαραντόνα. Οι οπαδοί της Αταλάντα του σκάρωσαν σύνθημα, παρότι «σκότωσε» την χώρα τους. Μαζί με τους κατοίκους της Νάπολι, του βασιλείου του Μαραντόνα, ήταν οι μοναδικοί μη απογοητευμένοι Ιταλοί εκείνο το βράδυ. Η Αργεντινή ηττήθηκε στον τελικό από τη Δυτική Γερμανία, όμως ο Ντιέγκο είναι σίγουρος ακόμα και τώρα: Αν έπαιζε ο Κανίγια, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.

Ανάμεσα στο Μουντιάλ εκείνο και του 1994, μεσολάβησε μια μεγάλη μάχη με τα δικά του φαντάσματα. Τον Μάρτιο του 1993 ανακοινώνεται ότι βρέθηκε θετικός σε κοκαΐνη και τιμωρείται με αποκλεισμό 13 μηνών. Κατάφερε όμως να ξεπεράσει την «κοιλιά», παρότι η κατάσταση είχε γίνει πολύ δύσκολη γι’ εκείνων στη Ρώμη. Και το 1994, μαζί με τον Ντιέγο Μαραντόνα, ο οποίος επίσης είχε τιμωρηθεί για τον ίδιο λόγο, ταξίδεψε στα γήπεδα των ΗΠΑ. Και απέναντί του βρήκε και την Ελλάδα! Τον ρωτήσαμε αν θυμάται την αναμέτρηση με αντίπαλο τη χώρα μας: «Ναι, το ’94! Ήταν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα για εμάς, που ήταν αρχή ακόμα και ψάχναμε μια μεγάλη νίκη. Ήμασταν πολύ ικανοποιημένοι θυμάμαι από την εμφάνιση εκείνη.  Φαντάζομαι για την Ελλάδα ισχύει το αντίθετο. Η Αργεντινή έπαιξε καλά, τότε ήταν από τις καλύτερες εθνικές που έχουμε δει. Τα είχε όλα. Ήταν γεμάτη ενέργεια, είχε από τις καλύτερες τεχνικές, όλα έβγαιναν φυσικά στον αγωνιστικό χώρο. Είχαμε πολύ καλούς ποδοσφαιριστές, σε πολύ καλή στιγμή της καριέρας τους, σε πολύ καλή κατάσταση.  Εμπειρία και ταλέντο την ίδια στιγμή. Ωστόσο δυστυχώς συνέβησαν διάφορα που δεν μας βοήθησαν. Το Μουντιάλ είναι Μουντιάλ. Μια στιγμή, ένα λεπτό, ή ένα διάστημα κάποιων λεπτών είναι αρκετά για να αλλάξουν τα πάντα». Απέναντι στην Ελλάδα, ο Μαραντόνα πέτυχε το τελευταίο του γκολ με την Αλμπισελέστε. Ο Κανίγια τραυματίστηκε στο τελευταίο ματς των ομίλων με την Βουλγαρία και χωρίς τους δύο επιθετικούς της Διόσκουρους, η ομάδα του αποκλείστηκε από τη Ρουμανία.

«Ο Μέσι φαινόμενο, ο Μαραντόνα ανώτερος!»

Η εικόνα των αγκαλιασμένων Κανίγια και Μαραντόνα ατενίζεται με νοσταλγία από τους Αργεντίνους. Η σχέση τους ήταν ήταν σχεδόν αδελφική. «Είναι σαν αδερφός μου», έχει δηλώσει ο Ντιεγίτο, ενώ η φωτογραφία με το φιλί των δύο στο στόμα όταν φορούσαν τη φανέλα της Μπόκα είναι χαρακτηριστικό. «Μερικές φορές νομίζω ότι ο Μαραντόνα είναι ερωτευμένος με τον άντρα μου. Πρέπει να είναι επειδή έχει μακριά μαλλιά και μύες», είχε δηλώσει η Μαριάννα, σύζυγος του «Κάνι», εξαγριώνοντας τον Ντιέγο!

Γνωρίστηκαν το 1987 σε μια φιλική ήττα με 3-1 από την Ιταλία και ο Ντιέγο αργότερα, στην αυτοβιογραφία του, έγραψε ότι η συνάντηση με τον Κανίγια ήταν το μοναδικό θετικό από εκείνο το ματς. Το 1990 έστειλε τελεσίγραφο στον Μπιλάρδο ότι αν το «πουλί» δεν ήταν στην αποστολή για το Μουντιάλ, δεν θα πήγαινε ούτε εκείνος. Ο Pibe de Oro ήταν εκείνος που κίνησε γη και ουρανό για να τον πάρει μαζί του στην επιστροφή στη Μπόκα, παρότι είχε παίξει στη μισητή Ρίβερ. Και τα κατάφερε. Το 1995, όταν ο Κανίγια με τον Ρεδόνδο αποκλείστηκαν από την αποστολή της Εθνική λόγω μακριών μαλλιών από τον Πασαρέλα, στάθηκε στο πλευρό του. Όπου βρεθεί και όπου σταθεί χαρακτηρίζει τον Κανίγια ως έναν από τους κορυφαίους στην ιστορία της Αλμπισελέστε. Και φυσικά, ο Κλαούντιο δεν το συζητά. «Εγώ θεωρώ ότι ο καλύτερος όλων είναι ο Μαραντόνα. Για το νούμερο δύο μπορεί να υπάρξει κουβέντα, αλλά σαν τον Μαραντόνα δεν έχει υπάρξει άλλος. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να δούμε κάποια στιγμή στο μέλλον, αλλά για μένα ο Μαραντόνα είναι το ίδιο το ποδόσφαιρο, ο κορυφαίος στην ιστορία του αθλήματος και δεν έχω καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Ο Μέσι είναι πολύ καλός, είναι ένα φαινόμενο της εποχής μας, αλλά ο Μαραντόνα είναι κάτι το ανώτερο!», υποστηρίζει.

Στο διάστημα της επιστροφής του στη Μπόκα, ο Κανίγια χρειάστηκε να παλέψει μια ακόμα φορά με τα φαντάσματα. Αυτή τη φορά, με διαφορετικό τρόπο. Τον Σεπτέμβριο του 1996, η μητέρα του αυτοκτόνησε, πηδώντας από τον πέμπτο όροφο του σπιτιού τους στο Μπελγράνο. Το σοκ ήταν τεράστιο. Τον κράτησε για ένα χρόνο εκτός αγωνιστικών υποχρεώσεων, λόγω πένθους. Και πάλι όμως επέστρεψε. Έκανε μια σεζόν με 22 εμφανίσεις το 1997-98, αλλά έχασε το Μουντιάλ λόγω τραυματισμού. Στη συνέχεια, αφού τα έσπασε με τη διοίκηση της Μπόκα, επέστρεψε στην Ευρώπη για λογαριασμό της Αταλάντα, που όμως ήταν στη Serie B. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει. Τα δύο χρόνια στη Σκωτία, με Νταντί και Ρέιντζερς τον διατήρησαν αρκετά fit για να βρεθεί στην αποστολή του Μουντιάλ του 2002, χωρίς όμως να αγωνιστεί. Ένα σκληρό μαρκάρισμα του Κρις Σάτον στο Old Firm ήταν η αιτία, καθώς ταξίδεψε στα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας με τραυματισμό. Ο «τρελός» Μαρσέλο Μπιέλσα τον πήρε μαζί, παρά τα 34 χρόνια του, αλλά δεν μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει.

«Στην εποχή μας σε σκότωναν στο γήπεδο!»

Ο Κανίγια δεν χάθηκε από το ποδόσφαιρο. Παρακολουθεί, μιλάει, το νιώθει ακόμα στο πετσί του. Τον ρωτήσαμε για την εποχή του και τη σημερινή. Για το αν οι μπαρουτοκαπνισμένοι θρύλοι των ημερών του θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην τρέλα του σύγχρονου παιχνιδιού.

«Το ποδόσφαιρο αλλάζει και κάθε ποδοσφαιριστής πρέπει να προσαρμόζεται στην εποχή. Εκείνος που προσαρμόζεται, τα καταφέρνει. Λένε πολλά για το κομμάτι της φυσικής κατάστασης. Λένε ότι την εποχή που παίζαμε εμείς το ποδόσφαιρο ήταν πιο αργό και είναι αλήθεια, αλλά όλα ήταν πιο αργά. Όλο το ποδόσφαιρο είχε διαφορετικό ρυθμό και φυσικά η σωματική προετοιμασία άλλαζε, το βιώσαμε. Χρειαζόταν να προσαρμόζεσαι στα νέα δεδομένα. Δεν μπορώ να πω όμως αν οι παίκτες γίνονταν καλύτεροι. Ναι, σωματικά βελτιώνονταν. Το έκαναν και στον τομέα της πειθαρχίας, της διατροφής. Τα πράγματα έγιναν περισσότερο επαγγελματικά, μπήκαν καινούργια και καλύτερα μηχανήματα. Η αποκατάσταση άλλαξε εντελώς.  Βλέπουμε ποδοσφαιριστές να ξεπερνούν τραυματισμούς σήμερα που παλιότερα ήταν πολύ πιο δύσκολο. Αν το ερώτημα ωστόσο είναι αν θα μπορούσε κάποιος από τη δική μας εποχή να προσαρμοστεί και να αποδώσει εξίσου στα τωρινά δεδομένα, τότε η απάντηση είναι ναι, σίγουρα. Δεν μπορώ να πω ότι τώρα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Σίγουρα το ποδόσφαιρο τώρα είναι διαφορετικό, αλλά δεν είναι σωστό να το χαρακτηρίσεις καλύτερο ή χειρότερο. Παλιότερα είχε περισσότερη δύναμη, περισσότερη τακτική. Να πω και κάτι άλλο. Θεωρώ ότι τη δεκαετία του ’90 το ιταλικό ποδόσφαιρο ήταν το νούμερο ένα στον κόσμο. Και ήταν πάρα πολύ δύσκολα τα πράγματα για εμάς. Τώρα όμως ο επιθετικός και γενικός ο επιθετικογενής παίκτης έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Ο διαιτητής τον προστατεύει. Βγάζει εύκολα την κίτρινη κάρτα στον αντίπαλό του και τον αναγκάζει να προσαρμοστεί σε αυτό. Στην εποχή μας σε σκότωναν στο γήπεδο».

Ο «Κανί» συνεχίζει: «Στις χώρες μας γινόταν περισσότερο. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα ματς προκριματικών στη Λατινική Αμερική. Είναι πολύ πιο δύσκολο από το να παίζεις Μουντιάλ. Στην Ευρώπη είναι πολύ πιο εύκολα. Ξέρετε γιατί; Γιατί οι διαιτητές προστατεύουν πολύ περισσότερο τους ποδοσφαιριστές. Στην Νότια Αμερική παίζουν πολύ πιο σκληρά, πολύ πιο οργισμένα. Οι ποδοσφαιριστές, οι αμυντικοί παίζουν με λύσσα. Δεν σε αφήνουν να περάσεις αν δεν δοκιμάσουν τα πάντα, θα τραβήξουν τη φανέλα σου». Όσον αφορά το αντίστροφο; Αν δηλαδή παίκτες όπως ο Μέσι και ο Ρονάλντο, που έχουν εξελιχθεί μέσα σε αυτό το περιβάλλον «προστασίας» που περιέγραψε και το αν θα στέκονταν απέναντι σε αμυντικούς του παρελθόντος, που… διψούσαν για αίμα, υποστήριξε: «Σίγουρα πιστεύω θα τα κατάφερναν, θα προσαρμόζονταν όπως κάναμε εμείς. Όπως έκανα εγώ, ή ο Μάριο Κέμπες. Ο μεγάλος ποδοσφαιριστής προσαρμόζεται στην εποχή στην οποία αγωνίζεται και αν αυτή αλλάζει ενώ η καριέρα του βρίσκεται σε εξέλιξη, καταφέρνει και συνεχίζει στο ίδιο επίπεδο».

Η κουβέντα έκλεισε με την Εθνική Αργεντινής και την γκρίνια που προκάλεσαν οι χαμένοι τελικοί του Μουντιάλ και του Κόπα Αμέρικα. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Αργεντινή έφτασε σε τελικούς. Το ότι δεν κατάκτησε τίποτα είναι ένα ζήτημα, όμως έφτασε ως εκεί. Δεν είναι εύκολο να πας στον τελικό του Μουντιάλ. Ούτε και στο Κόπα Αμέρικα, υπάρχουν σκληρές ομάδες. Υπάρχει η Ουρουγουάη, η Παραγουάη, η Βραζιλία, η Χιλή που πήρε τους δύο τελικούς, η Κολομβία. Η Βραζιλία, ο μεγάλος αντίπαλος νομίζω ότι ήταν καλύτερη στις μέρες μας, αλλά υπάρχει έντονος ανταγωνισμός. Επίσης νομίζω ότι η Αργεντινή δεν αποδίδει σύμφωνα με τους ποδοσφαιριστές που έχει στο γήπεδο, δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα από τον Μέσι….».

Photo credits: flickr | Martin Cunnington

What's your reaction?

Excited
1
Happy
1
In Love
1
Not Sure
0
Silly
0

You may also like

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.