Με ρίζες κατατρεγμένων από τους Ναζί, ο «Τσικίτο» χρίστηκε διάδοχος του Γιασίν, έκανε τον Μπανκς να τον αποθεώσει και έπαιξε σε τρία Μουντιάλ, γράφοντας ιστορία στους «τσαρούας».

Στο προπονητικό κέντρο της Πενιαρόλ υπήρχε μια έκπληξη, για όλους όσοι δεν ήταν στη διαδικασία προετοιμασίας της. Η ομάδα των προπονητών τερματοφυλάκων πήρε την πρωτοβουλία να τιμήσει τον άνθρωπο που έλαμψε στην εστία της ομάδας τους, που ενέπνευσε τόσα και τόσα παιδιά να πειστούν να καθίσουν κάτω από τα δοκάρια, γκρεμίζοντας τον αστικό μύθο που θέλει τους Λατινοαμερικάνους να μην θέλουν τη φανέλα με το νούμερο «1».

Το προπονητικό τους λημέρι πήρε την ονομασία «χώρος Λαδισλάο “Τσικίτο” Μαζούρκιεβιτς» και στην αναμνηστική τους φωτογραφία η λεζάντα έγραφε: «Ευχαριστούμε Τσικίτο! Ο προπονητικός χώρος των τερματοφυλάκων. Είμαστε όλοι ένα». «Χωρίς λόγια… μόνο ευχαριστώ από καρδιάς, μία πολύ συναισθηματική μέρα με αυτή την εικόνα», απάντησε η κόρη του θρυλικού γκολκίπερ, Αλεσάντρα.

Ποιος ήταν ο Λαδισλάο Μαζούρκιεβιτς

Την ημέρα των ερωτευμένων, στις 14 Φεβρουαρίου του 1945, γεννήθηκε στην Πιριάπολις της Ουρουγουάης ο άνθρωπος που έμελλε να «μαγνητίσει» όσο λίγοι την «ασπρόμαυρη θεά». Ο πατέρας του ήταν μετανάστης από την Πολωνία, εξού και το επίθετο και η μητέρα του ήταν ισπανικής καταγωγής. Η γιαγιά του έφυγε για το Μαλδονάδο, μαζί με τα παιδιά της, το 1939, για γλιτώσει από τους ναζί.

Ο Μαζούρκιεβιτς ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στη Ρασίνγκ Κλουμπ ντε Μοντεβιδέο όταν ήταν 16 ετών και παρότι δεν «ψηνόταν» πολύ για τη θέση του τερματοφύλακα μικρός, του έδωσαν γάντια και κατάφερε να σώσει έξι πέναλτι σε 10 εκτελέσεις. Οι άνθρωποι της ομάδας κατάλαβαν αμέσως το ξεχωριστό ταλέντο του και προχώρησαν στην απόκτησή του. Το γεγονός ότι μικρός έπαιζε και μπάσκετ τον βοήθησε στις μακρινές μεταβιβάσεις με τα χέρια, οι οποίες στη συνέχεια έγιναν σημείο κατατεθέν του παιχνιδιού του, μαζί με τα εκπληκτικά αντανακλαστικά, τη φοβερή φυσική του κατάσταση και τις εντυπωσιακές εκτινάξεις. Αν και δεν θύμιζε τους υψηλόσωμους τερματοφύλακες του σήμερα, κατάφερνε με την ικανότητά του να σταματά προσπάθειες που έδειχναν προορισμένες για το γκολ.

Copa Libertadores και Διηπειρωτικό

Ο Λαδισλάο έκανε ντεμπούτο το 1963 και έπειτα από δύο σεζόν, πήρε μεταγραφή για μία από τις μεγάλες του Μοντεβιδέο, την Πενιαρόλ. Είχε προλάβει ήδη να σηκώσει το παγκόσμιο Κ-20 με τη Σελέστε».

Έπαιξε για πρώτη φορά στο στο Λιμπερταδόρες απέναντι στη Σάντος του Πελέ και βοήθησε την Πενιαρόλ να φτάσει στον τελικό του 1965, όπου ηττήθηκε από την Ινδεπενδιέντε. Έναν χρόνο αργότερα, ωστόσο, oι «μάνιας» κατάφεραν να σηκώσουν τον πολυπόθητο τίτλο, επικρατώντας στον τελικό τη Ρίβερ Πλέιτ. Η Πενιαρόλ συνέχισε, επικρατώντας της Ρεάλ Μαδρίτης και παίρνοντας και το μοναδικό Διηπειρωτικό στην ιστορία της, με τον Μαζούρκιεβιτς να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, πραγματοποιώντας εξαιρετικές εμφανίσεις και στους δύο αγώνες.

Αγγλία – Ουρουγουάη: Η βασίλισσα και ο Μπόμπι Τσάρλτον

Ο «Τσικίτο», που πήρε το παρατσούκλι αυτό όντας ο μικρότερος από τα πέντε αδέρφια του, «έλαμψε» και στο  Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966, παίρνοντας τον τίτλο της αποκάλυψης του Μουντιάλ. Στο ματς με την πανίσχυρη Αγγλία, η οποία έφτασε μέχρι την κατάκτηση του τίτλου, κατάφερε να σταματήσει τους Τζίμι Γκριβς και Ρότζερ Χαντ, όντας ο μοναδικός κίπερ της διοργάνωσης που κράτησε τα «τρία λιοντάρια» στο μηδέν!

Ο «Μαζούρκα» ήταν μόλις 21 ετών, όμως βρήκε το σθένος, όταν φίλησε το χέρι της βασίλισσας πριν τον αγώνα, να της πει, σε ελεύθερη μετάφραση: «Μοιάζετε σαν να έχετε βγει από ζωγραφιά, αλλά σήμερα θα νικήσουμε εμείς». Οι συμπαίκτες του έλεγαν αργότερα ότι αυτή του η στάση τούς βοήθησε να χαλαρώσουν και να περιορίσουν τους οικοδεσπότες του Μουντιάλ! Ο Μπόμπι Τσάρλτον αποκαλούσε στη συνέχεια «τον Λατινοαμερικάνο με το δύσκολο επίθετο» έναν από τους κορυφαίους τερματοφύλακες που είδε ποτέ στο γήπεδο.

Λαδισλάο Μαζούρκιεβιτς: Ο διάδοχος του Λεβ Γιασίν

Η… συλλογή τίτλων συνεχίστηκε, με το Copa America του 1967, ενώ ήταν ξανά εντυπωσιακός απέναντι στους καλύτερους του κόσμου, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, όπου η «Σελέστε» έφτασε μέχρι τα ημιτελικά. Στο ματς με τη Βραζιλία, ο Πελέ του έκανε μια από τις εντυπωσιακότερες ντρίμπλες της καριέρας του, όμως στη συνέχεια έστειλε σε κενή εστία την μπάλα άουτ. «Έκανα αρκετά για να αστοχήσει ο Πελέ», έλεγε στη συνέχεια ο Ουρουγουανός, με ένα χαμόγελο στα χείλη. Οι δυο τους έγιναν πολύ καλοί φίλοι και παρά την ντρίμπλα εκείνη, τα διεθνή ΜΜΕ ανέδειξαν τον «Μαζούρκα» ως τον καλύτερο τερματοφύλακα του τουρνουά.

Ο θρυλικός Λεβ Γιασίν τον προσκάλεσε το 1971 στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του, του έδωσε τα γάντια που φορούσε και τον έχρισε διάδοχό του. Όπως έκανε και η «αράχνη», ο Ουρουγουανός συνήθιζε να φοράει μαύρα, τα οποία, όπως έλεγε, αισθανόταν ότι τον έκαναν αόρατο για τους αντίπαλους. Ο Γκόρντον Μπανκς, ο οποίος τον είδε από κοντά, επίσης, μιλούσε με τα καλύτερα λόγια.

Το ρεκόρ του Μαζούρκιεβιτς κρατά ακόμα

Ο Μαζούρκιεβιτς ήταν κάτω από την εστία των «τσαρούας» και στο Μουντιάλ του 1974. Παρότι η ομάδα του δεν πήγε καλά, ο ίδιος ξεχώρισε εκ νέου. Ήταν εκείνος που κράτησε το σκορ στο 2-0 απέναντι στην Ολλανδία του Κρόιφ, η οποία δημιούργησε ευκαιρίες για πολλά περισσότερα γκολ. Πέραν της Πενιαρόλ, έπαιξε επίσης στην Ατλέτικο Μινέιρο, με την οποία πήρε πρωτάθλημα, στην Αμέρικα ντε Κάλι και στην Κομπρελόα, ενώ έκανε και το βήμα στην Ευρώπη για λογαριασμό της Γρανάδα. Ωστόσο, η πορεία του συνδέθηκε άρρηκτα με την Πενιαρόλ, με την οποία κατέκτησε και τρία πρωταθλήματα, ενώ στο τέλος της δεκαετίας του ’80 κάθισε και στον πάγκο της ως προπονητής.

Ο «Τσικίτο» είναι ο τερματοφύλακας που διατηρεί ακόμα το ρεκόρ απαραβίαστης εστίας στην Ουρουγουάη. Διατήρησε το τέρμα του ανέπαφο για σχεδόν 11 σερί ματς, ξεκινώντας με αντίπαλο την Ντανούμπιο και βλέποντας τη γραμμή να περνά την εστία μετά από 987 λεπτά, από τη Ρίβερ του Μοντεβιδέο. Χρειάστηκαν 35 χρόνια για να φτάσει ο Γκουστάβο Μουνούα, με τη φανέλα της Νασιονάλ, κοντά στο να το καταρρίψει, όμως ένα πέναλτι του Πάμπλο Μπενγοετσέα γκρέμισε το σερί του 22 λεπτά πριν το ρεκόρ του Μαζούρκιεβιτς.

Έχοντας τον απόλυτο σεβασμό όλων, ο Λαδισλάο έφυγε από τη ζωή στις 2 Ιανουαρίου του 2013, σε ηλικία 67 ετών, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια κληρονομιά και τον θρύλο του σπουδαιότερου τερματοφύλακα της Ουρουγουάης.

What's your reaction?

Excited
0
Happy
0
In Love
0
Not Sure
1
Silly
0

You may also like

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *