Η Βάσκο Ντα Γκάμα υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία της Βραζιλίας, όμως η ιστορία της και το γεγονός ότι έγινε η πρώτη μεγάλη ομάδα που δέχθηκε μαύρους ποδοσφαιριστές, αποτελούν πυξίδα για το μέλλον.

Το χόμπι των πλουσίων και το παιχνίδι των φτωχών

Το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία ξεκίνησε ως το παιχνίδι των λευκών, εν πολλοίς λόγω των ευρωπαϊκών ριζών του, όμως γρήγορα απέκτησε διττή ταυτότητα, η οποία αναπτύχθηκε παράλληλα με την κοινωνική αλλαγή. Η Βραζιλία ήταν η τελευταία χώρα στην αμερικανική ήπειρο που κατήργησε τη δουλεία, μόλις το 1888, ενώ ήταν επίσης και η μεγαλύτερη σε εισαγωγή σκλάβων. Υπολογίζεται ότι είχε περίπου 3.5 εκατομμύρια, έξι φορές περισσότερους από τις ΗΠΑ. Οι άνθρωποι αυτοί μετακινήθηκαν κατά κύριο λόγο στις μεγάλες πόλεις, δημιουργώντας τις δικές τους γειτονιές ακραίας φτώχειας.

Ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος της χώρας ιδρύθηκε το 1900, σε γερμανική αποικία του Ρίο Γκράντε, κοντά στα σύνορα με την Ουρουγουάη. Ο μετασχηματισμός της κοινωνίας προχωρούσε και μολονότι το ποδόσφαιρο κρατούσε αρχικά τις πύλες του κλειστές για τους μαύρους, ο δικός τους χορός με την μπάλα στα πόδια ήταν ζήτημα χρόνου.

Μέχρι το 1910 το νέο παιχνίδι ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στη Βραζιλία και στο Ρίο υπολογιζόταν ότι υπήρχαν περισσότερα γήπεδα από οπουδήποτε αλλού στη Λατινική Αμερική. Η Φλουμινένσε, ο πρώτος σύλλογος της πόλης, δεν δεχόταν μαύρους, οι οποίοι σκαρφάλωναν στις γειτονικές στέγες και παρακολουθούσαν εντυπωσιασμένοι. To νέο άθλημα ήταν πιο εντυπωσιακό από το κρίκετ, παιζόταν εύκολα με οτιδήποτε μπορούσε να πάρει το ρόλο της μπάλας. Έτσι, αυτοσχέδια γήπεδα ξεκίνησαν να δημιουργούνται σε κάθε γωνιά της πόλης και η διττή ταυτότητα αναπτύχθηκε: Το ποδόσφαιρο ήταν παράλληλα το χόμπι των πλουσίων και το παιχνίδι των φτωχών.

Κλείνοντας τον δρόμο στους μαύρους

Η Μπανγκού Αθλέτικ Κλαμπ, η οποία ιδρύθηκε το 1908 από τα διοικητικά στελέχη ενός βρετανικού εργοστασίου κλωστοϋφαντουργίας ήταν ο πρώτος σύλλογος που ξεκίνησε να δέχεται μαύρους, όμως αποτελούσε εξαίρεση και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να αμφισβητήσει το status quo των πλουσίων, που συνέχιζαν να δέχονται μόνο λευκούς. Οι γεννημένοι ως μιγάδες ξεκίνησαν πολύ σταδιακά να βρίσκουν τον δρόμο, αλλά η ελίτ τους έκανε να ντρέπονται για τις ρίζες τους.

Ο Άρτουρ Φρίντενρχαϊχ,, γιος Γερμανού μετανάστη και μαύρης Βραζιλιάνας, έβαζε μπριγιαντίνη στα μαλλιά του και τα έδενε με πετσέτα για να μην είναι σπαστά και θυμίζουν εκείνα της μητέρας του. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Κάρλος Αλμπέρτο, ο πρώτος μιγάς που έπαιξε στη Φλουμινένσε και πασπάλιζε το πρόσωπό του με ριζόσκονη για να δείχνει λευκός. Ο αντίκτυπός του οδήγησε τους οπαδούς να πετούν ταλκ στον αέρα πριν τα μεγάλα παιχνίδια.

Για την πλειοψηφία των συλλόγων, την οποία διοικούσαν μέλη της ελίτ, το ποδόσφαιρο ήταν ένας τρόπος να διατηρηθεί η λευκή ανωτερότητα, η οποία αμφισβητούταν στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. Και οι κανονισμοί για τα μέλη αποσκοπούσαν ακριβώς σ’ αυτόν τον αποκλεισμό των μαύρων. Το ίδιο και η επιμονή τους στον ερασιτεχνισμό, ο οποίος απαιτούσε από τους παίκτες να έχουν κανονικές δουλειές για να βιοπορίζονται και έτσι έκλεινε τον δρόμο στους φτωχοδιάβολους.

Βάσκο Ντα Γκάμα: Η πρώτη ομάδα στη Βραζιλία με μαύρους ποδοσφαιριστές

Εκείνοι που τους χάλασαν τη γιορτή ήταν οι Πορτογάλοι και η πρώτη ομάδα του Ρίο με πορτογαλικές καταβολές, η οποία έφερε το όνομα του πρώτου Ευρωπαίου εξερευνητή που έφτασε στην Ινδία: Η Βάσκο Ντα Γκάμα, η οποία τον Φεβρουάριο του 2021 επέστρεψε στη δεύτερη κατηγορία, βιώνοντας τον τέταρτο υποβιβασμό της μέσα σε 13 χρόνια και δείχνοντας ότι βρίσκεται σε αναζήτηση νέου ξεκινήματος.

Η «Αλμιράντε» έσπασε την ηγεμονία των παραδοσιακών δυνάμεων προσεγγίζοντας τους ποδοσφαιριστές που ξεχώριζαν στους δρόμους και στα πρωταθληματάκια των προαστείων. Για να ξεπεράσουν τον κανονισμό που απαιτούσε οι ποδοσφαιριστές να έχουν δουλειά, η πορτογαλική κοινότητα τους προσλάμβανε στα καταστήματα που διατηρούσε.

Το 1923, την πρώτη χρονιά που ανέβηκαν στην πρώτη κατηγορία του Ρίο, η Βάσκο πήρε το πρωτάθλημα έχοντας στη σύνθεσή της τρεις μαύρους, έναν μιγά και επτά λευκούς εργάτες. Προσπαθώντας να την εκθρονίσουν, οι υπόλοιποι ίδρυσαν νέο πρωτάθλημα, στο οποίο η Βάσκο Ντα Γκάμα δεν ήταν καλεσμένη. Όμως, η μεγάλη οπαδική βάση που είχε δημιουργήσει (πρόσφατες έρευνες την κατατάσσουν δεύτερη σε οπαδούς στο Ρίο, πίσω μόνο από τη Φλαμένγκο) αντέδρασε κι έτσι, έπειτα από πιέσεις, η ομάδα των Πορτογάλων επέστρεψε στο πρωτάθλημα, έχοντας ωστόσο να αντιμετωπίσει ορισμένους νέους κανονισμούς.

Η Βάσκο Ντα Γκάμα έσπασε τις προκαταλήψεις

Κάθε ποδοσφαιριστής έπρεπε να ξέρει το όνομά του. Έτσι, οι αναλφάβητοι παίκτες της Βάσκο παρακολούθησαν ιδιαίτερα μαθήματα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις είδαν τα ονόματά τους να αλλάζουν. Ένα μεγάλο όνομα, όπως συμβαίνει συχνά στη Βραζιλία, μπορούσε να γίνει απλά Σίλβα. Έπειτα, ο κανονισμός πρόσταζε κάθε ομάδα να έχει το δικό της γήπεδο. Η πορτογαλική κοινότητα αντέδρασε συλλογικά, χτίζοντας το 1927 το Σάο Ζανουάριο, το μεγαλύτερο τότε γήπεδο στη Βραζιλία. Η θέση του στον λόφο δίπλα στο Εθνικό Αστεροσκοπείο έφερε το παρατσούκλι Estadio de Colina, δηλαδή γήπεδο του λόγου και στην ομάδα το προσωνύμιο γίγαντες του λόφου.

Στην ουσία, η Βάσκο Ντα Γκάμα δεν έσπασε μόνο το κατεστημένο του ρατσισμού, αλλά άνοιξε και τον δρόμο για τον επαγγελματισμό, γεγονός που έδωσε υπόσταση στα όνειρα τόσων και τόσων παιδιών, που είδαν το ποδόσφαιρο ως μέσο απόδρασης από την εξαθλίωση. Στη αρχές της δεκαετίας του ’30, όταν οι ευρωπαϊκές ομάδες ξεκίνησαν να προσεγγίζουν τους Λατινοαμερικάνους, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Το 1933 ιδρύθηκαν τα πρώτα επαγγελματικά πρωταθλήματα του Ρίο και του Σάο Πάουλο και την πρώτη χρονιά, η Μπονσουσέσο του Ρίο έγινε η πρώτη ομάδα που παρατάχθηκε με 11 μαύρους ποδοσφαιριστές. Το παιχνίδι, πλέον, είχε γυρίσει για τα καλά στον λαό…

*Με πληροφορίες από το βιβλίο Futebol του Άλεξ Μπέλος

What's your reaction?

Excited
2
Happy
0
In Love
0
Not Sure
1
Silly
0

You may also like

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *